αναστόμωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναστόμωση

Where it comes from

αναστόμωση < (λόγιο δάνειο) γαλλική anastomose < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀναστομόω / ἀναστομῶ < στομόω / στομῶ < στόμα (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *stomn

noun αναστόμωση · αναστομώσεις · αναστόμωσης · αναστομώσεων

  1. άνοιγμα μιας τρύπας, μιας οπής, ή διεύρυνσή της
  2. ακόνισμα
  3. ιατρική συνένωση ή σύνδεση δύο οργάνων του σώματος
  4. ανατομία πλευρική σύνδεση δύο αγγείων ή νεύρων
  5. βοτανική η διασταύρωση ή η συνένωση των κλαδωτών τμημάτων ενός φυτού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναστόμωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναστόμωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναστόμωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναστόμωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}