ميكوين

ανασυγκροτώ

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ανασυγκροτώ

من أين أتت

ανασυγκροτώ < λόγια λέξη από την αρχαία ελληνική ἀνά και συγκροτέω-συγκροτῶ

فعل ανασυγκροτώ · ανασυγκροτούμαι

  1. συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ οι ομάδες των χούλιγκαν ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν...
  2. προχωρώ σε μεγάλη αναδιάρθρωση παράνομο το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο ανασυγκροτήθηκαν οι Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών
  3. αναδιοργανώνομαι, γίνομαι δυναμικός ανασυγκροτήθηκε η αριστερή πτέρυγα και πιέζει τους κεντρώους του κόμματος

بالإنجليزية

  • regroup pause and get organized again (intransitive)

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ανασυγκροτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανασυγκροτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%8E

Chicago

"ανασυγκροτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανασυγκροτώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}