ανασφάλεια
Ελληνικά
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
ανασφάλεια
Woher es kommt
ανασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφαλής < (ελληνιστική κοινή) ἀνασφαλής
Substantiv ανασφάλεια · ανασφάλειες · ανασφάλειας · ανασφαλειών
- η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- , στον πληθυντικό Ένα ποσοστό ηγετών, όταν σιγουρέψουν την εκλογική τους νίκη και απαλλαγούν από ανασφάλειες και βασανιστικές σκέψεις αυτοϋποτίμησης, παύουν πια «να ακούνε», κι ας ήταν πριν πολύ ανοιχτοί. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, 2012)
Auf Englisch
- insecurity lack of confidence in oneself
Über dieses Wort sprechen "ανασφάλεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανασφάλεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "ανασφάλεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {ανασφάλεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}