ανασφαλής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανασφαλής

  • a.na.sfaˈlis

Where it comes from

ανασφαλής < (λόγιο) (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνασφαλής (αβέβαιος). Συγχρονικά αναλύεται σε στερητικό α- + ασφάλεια, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική insecure

adjective ανασφαλής · ανασφαλές · ανασφαλούς

  1. που δεν έχει σιγουριά, αισθάνεται εύκολα απειλή ή και φόβο (για άνθρωπο) Είναι ανασφαλής και δεν διεκδικεί ποτέ αύξηση ή έστω λίγες μέρες αδείας παραπάνω, αφού σκοτώνεται στη δουλειά
  2. που δεν εμπνέει τη σιγουριά και ίσως είναι επικίνδυνο, που δεν είναι απόλυτα ασφαλές
  3. που προκαλεί μια ενέργεια ή ένα συναίσθημα από ανασφάλεια η ανασφαλής προσκόλληση του βρέφους στη μητέρα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανασφαλής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανασφαλής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82

Chicago

"ανασφαλής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανασφαλής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}