Ανατολίτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Ανατολίτης
- a.na.toˈli.tis
Where it comes from
Ανατολίτης < μεσαιωνική ελληνική Ἀνατολίτης < Ἀνατολή < αρχαία ελληνική ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω
proper noun Ανατολίτης · Ανατολίτισσα
- ο προερχόμενος ή καταγόμενος από την Τουρκία και γενικότερα από χώρα της Εγγύς ή Μέσης Ανατολής ή αυτός που ζει στις χώρες αυτές
- εκείνος που θεωρεί τον άνδρα ανώτερο της γυναίκας και φέρεται αναλόγως· ή γενικότερα έχει τις αντιλήψεις και προτιμήσεις των κατοίκων αυτών των χωρών (στον τρόπο ζωής, στις συνήθειες, στο φαγητό, στη συμπεριφορά κ.λπ.)
proper noun Ανατολίτης · Ανατολίτη · Ανατολίτου · Anatolitis · Anatolites
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "Ανατολίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Ανατολίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82 "Ανατολίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Ανατολίτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}