ανατολίτικος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανατολίτικος

  • a.na.toˈli.ti.kos

Where it comes from

ανατολίτικος < Ανατολίτ(ης) + -ικος

adjective ανατολίτικος · ανατολίτικη · ανατολίτικο · ανατολίτικου · ανατολίτικης

  1. ο σχετικός με τον Ανατολίτη, με τις συνήθειες ατόμου από τη Μέση Ανατολή ή την Τουρκία, με τους εκεί ρυθμούς, τραγούδια, με το ντύσιμο, με το φαγητό, με τα ήθη και τα έθιμα H "Mισιρλού", το κεντρικό μουσικό θέμα του "Pulp Fiction", είχε πρωτοπαιχτεί το 1927 στην Αθήνα σε ρυθμούς σχετικά αργόσυρτου ζεϊμπέκικου, αλλά ένας Ελληνοαμερικανός το διασκεύασε στο ανατολίτικο ύφος με το οποίο είναι γνωστότερο σήμερα

Similar: οριεντάλ

Thesaurus

adjective

Similar: οριεντάλ

In English

  • Anatolian of or pertaining to Anatolia or its people, culture, etc.

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανατολίτικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανατολίτικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανατολίτικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανατολίτικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}