ανατομικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανατομικός
Where it comes from
ανατομικός < (ελληνιστική κοινή) ἀνατομικός
adjective ανατομικός · ανατομική · ανατομικό · ανατομικού · ανατομικής
- που αναφέρεται στην ανατομία ※ Η κατηγορία «ομοσεξουαλικός»/ «ετεροσεξουαλικός» (και αργότερα, «αμφισεξουαλικός») εμφανίστηκε, στην Ευρώπη, στο τέλος του 19ου αιώνα, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός Λόγου για τη «σεξουαλικότητα», βασίστηκε αποκλειστικά στην ομοιότητα ή διαφορά των ανατομικών χαρακτηριστικών των ατόμων που εμ
- που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, ώστε να είναι αναπαυτικός και να μην καταπονεί το μυοσκελετικό σύστημα ανατομικές σόλες παπουτσιών
In English
- anatomical Of or relating to anatomy or dissection
Talk about this word "ανατομικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανατομικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ανατομικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανατομικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}