ανατρέπω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανατρέπω

  • a.na.tɾeˈpo

Where it comes from

ανατρέπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνατρέπω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική renverser Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + τρέπω

verb ανατρέπω · ανέτρεψα · ανατρέπομαι · ανατράπηκα · ανετράπην

  1. προκαλώ την ανατροπή, αναποδογυρίζω κάτι, ρίχνω κάποιον κάτω Οι έντονοι βοριάδες ανέτρεψαν το πλοιάριο και οι μετανάστες βρέθηκαν στη θάλασσα.
  2. αλλάζω ριζικά μια κατάσταση ή σχέδια ή προβλέψεις που θεωρούνταν βέβαιες η χρεωκοπία ανέτρεψε την καθημερινότητα των πολιτών
  3. αφαιρώ την εξουσία από άνθρωπο η CIA ανέτρεψε τον Αλιέντε με πραξικόπημα
  4. ακυρώνω κάτι, προκαλώ το αντίθετό του άσκησε έφεση σε ανώτερο δικαστήριο που ανέτρεψε την απόφαση

In English

  • overthrow to bring about the downfall of
  • topple to push, throw over, overturn or overthrow something

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανατρέπω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανατρέπω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CF%89

Chicago

"ανατρέπω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανατρέπω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}