αναφαίνομαι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναφαίνομαι

  • a.naˈfe.no.me

Where it comes from

αναφαίνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναφαίνομαι

verb αναφαίνομαι · αναφαινόμουν · αναφαινόμουνα · θα αναφαίνομαι · να αναφαίνομαι

  1. προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται Για άλλη μια φορά αναφάνηκε αυτήν την εβδομάδα το πρόβλημα που υπάρχει με τους δύο οργανισμούς που ο ένας σκοντάφτει στις αρμοδιότητες του άλλου
  2. ξεχωρίζω, φαίνομαι, αναδύομαι, εμφανίζομαι Και αφού αναφάνηκε σ' εμάς η Κύπρος και την εγκαταλείψαμε στ' αριστερά, πλέαμε στη...
  3. ξαναφαίνομαι (για ανθρώπους) (παρωχημένο)

In English

  • come to arrive, to appear

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναφαίνομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναφαίνομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"αναφαίνομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναφαίνομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}