αναφαίνομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναφαίνομαι
- a.naˈfe.no.me
Where it comes from
αναφαίνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναφαίνομαι
verb αναφαίνομαι · αναφαινόμουν · αναφαινόμουνα · θα αναφαίνομαι · να αναφαίνομαι
- προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται Για άλλη μια φορά αναφάνηκε αυτήν την εβδομάδα το πρόβλημα που υπάρχει με τους δύο οργανισμούς που ο ένας σκοντάφτει στις αρμοδιότητες του άλλου
- ξεχωρίζω, φαίνομαι, αναδύομαι, εμφανίζομαι Και αφού αναφάνηκε σ' εμάς η Κύπρος και την εγκαταλείψαμε στ' αριστερά, πλέαμε στη...
- ξαναφαίνομαι (για ανθρώπους) (παρωχημένο)
In English
- come to arrive, to appear
Talk about this word "αναφαίνομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αναφαίνομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "αναφαίνομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναφαίνομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}