αναχρονισμός
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
αναχρονισμός
- a.na.xɾo.niˈzmos
من أين أتت
αναχρονισμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀναχρονισμός (αναχρονισμός· αλλαγή χρόνου συλλαβών ή γραμματικού χρόνου) ή όψιμη ελληνιστική κοινή, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anachronisme. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- + χρονισμός με κατάληξη -ισμός. → δείτε τη λέξη χρόνος
اسم αναχρονισμός · αναχρονισμοί · αναχρονισμού · αναχρονισμών · αναχρονισμό · αναχρονισμούς
- η μεταφορά ενός πολιτισμικού στοιχείου που χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο σε αφήγηση που αναφέρεται σε μιαν άλλη εποχή Η αναφορά στο σίδηρο σε διάφορα σημεία της Ιλιάδας αποτελεί έναν αναχρονισμό, εφόσον ο σίδηρος ήταν γνωστός στην εποχή που συντέθηκε το έπος, όχι όμως και στη μυκηναϊκή εποχή, στην οποία αναφέρεται.
- η διατήρηση ή επαναφορά στη χρήση ενός στοιχείου που θεωρείται πια ξεπερασμένο Η θανατική ποινή για πολλούς αποτελεί έναν απαράδεκτο αναχρονισμό.
بالإنجليزية
- anachronism chronological mistake
تحدّث عن هذه الكلمة "αναχρονισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναχρονισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "αναχρονισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {αναχρονισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}