αναχώρηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναχώρηση

  • a.naˈzo.ɾi.si

Where it comes from

αναχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναχώρη(σις) (υποχώρηση, επιστροφή) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική depart

noun αναχώρηση · αναχωρήσεις · αναχώρησης · αναχωρήσεων

  1. το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα) αίθουσα αναχωρήσεων
  2. figuratively, συνεκδοχικά το να εγκαταλείπει κάποιος την κοσμική ζωή και να μονάζει

Similar: φευγιό, απόπλους, απογείωση, απόσυρση

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναχώρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναχώρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναχώρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναχώρηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}