ανδρισμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανδρισμός
Where it comes from
ανδρισμός < (καθαρεύουσα) ἀνδρισμός < (ελληνιστική κοινή) (η ανδρεία)
noun ανδρισμός · ανδρισμοί · ανδρισμού · ανδρισμών · ανδρισμό · ανδρισμούς
- κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
- τα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής
- η γενναιότητα στην ανάληψη ευθυνών Πρέπει να έχεις τον ανδρισμό να παραδέχεσαι και τα λάθη σου
In English
Talk about this word "ανδρισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανδρισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "ανδρισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανδρισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}