ανδρισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανδρισμός

Where it comes from

ανδρισμός < (καθαρεύουσα) ἀνδρισμός < (ελληνιστική κοινή) (η ανδρεία)

noun ανδρισμός · ανδρισμοί · ανδρισμού · ανδρισμών · ανδρισμό · ανδρισμούς

  1. κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
  2. τα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής
  3. η γενναιότητα στην ανάληψη ευθυνών Πρέπει να έχεις τον ανδρισμό να παραδέχεσαι και τα λάθη σου

In English

  • manhood qualities ideally ascribed to manliness
  • virility the state of being virile

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανδρισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανδρισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανδρισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανδρισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}