ανδρόπαυση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανδρόπαυση

Where it comes from

ανδρόπαυση < αρχαία ελληνική ἀνήρ + παύω, (αναλογικά κατά το εμμηνόπαυση)

noun ανδρόπαυση · ανδροπαύσεις · ανδρόπαυσης · ανδροπαύσεων

  1. ιατρική : η ανδρική προοδευτική ελάττωση γενετικής δραστηριότητας εξαιτίας της ελάττωσης έκκρισης ανδρογόνων
  2. κατ΄ επέκταση εξασθένηση της ικανότητας του άνδρα να παράγει απογόνους, που παρατηρείται κυρίως στους μεσήλικες ή στους γηραιότερους

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανδρόπαυση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανδρόπαυση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανδρόπαυση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανδρόπαυση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}