ανδρώνομαι
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
ανδρώνομαι
من أين أتت
ανδρώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανδρώνω και αντρώνω < αρχαία ελληνική ἀνδρόω
فعل ανδρώνομαι · αντρώνομαι
- ενηλικιώνομαι -για αγόρι που φτάνει στην ηλικία του άνδρα-, αποκτώ τα εξωτερικά και ψυχικά χαρακτηριστικά του ενήλικα άντρα
- γίνομαι γενναίος, ανδρείος, παίρνω θάρρος,
- σμιλεύομαι, αναθρέφομαι, παίρνω βιώματα, μεγαλώνω και φτάνω σε κατάσταση ώριμη για κάτι, συνήθως μέσα από δυσκολίες πολιτικά ανδρώθηκε στο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του '70
تحدّث عن هذه الكلمة "ανδρώνομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ανδρώνομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "ανδρώνομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {ανδρώνομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}