ανεκτικότητα

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

ανεκτικότητα

  • a.ne.ktiˈko.ti.ta

De unde vine

ανεκτικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνεκτικό(της) + -τητα (μαρτυρείται από το 1873) < (ελληνιστική κοινή) (υπομονετικός). Μορφολογικά αναλύεται σε ανεκτικ(ός) + -ότητα

substantiv ανεκτικότητα · ανεκτικότητες · ανεκτικότητας · ανεκτικοτήτων

  1. το να είναι κάποιος ανεκτικός, η ιδιότητα τού ανεκτικού ※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμο
  2. figuratively, καταχρηστικά ανθεκτικότητα Έχει ανεκτικότητα στις ιώσεις.

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"ανεκτικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεκτικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ανεκτικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεκτικότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}