ανεμοδούρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανεμοδούρα

  • a.ne.moˈðu.ɾa

Where it comes from

ανεμοδούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνεμοδούριον

noun ανεμοδούρα · ανεμοδούρες · ανεμοδούρας

  1. ανεμοδείκτης ※ Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισήν δουζίναν χουλιαράκια του γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφη καὶ μίαν ἀνεμοδούραν, ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, κ
  2. ανεμοστρόβιλος
  3. αλλοπρόσαλλος, κυκλοθυμικός άνθρωπος, που είναι άστατος επειδή παρασύρεται εύκολα ※ Τι ζητάς, μωρέ, μεταλείο; έλεγα με το νου μου. Πού πας και χάνεσαι, ανεμοδούρη; Νά το αληθινό μεταλλείο, χώσου με τα μούτρα, άνοιξε γαλαρίες! (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)

Similar: ανεμοδούρι

Thesaurus

noun

Similar: ανεμοδούρι

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανεμοδούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεμοδούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"ανεμοδούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεμοδούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}