ανεμόπτερο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανεμόπτερο
- a.neˈmo.pte.ɾo
Where it comes from
ανεμόπτερο < (καθαρεύουσα) ἀνεμόπτερον < ανεμό- + πτερόν
noun ανεμόπτερο · ανεμόπτερα · ανεμόπτερου · ανεμοπτέρου · ανεμόπτερων · ανεμοπτέρων
- μικρό ιπτάμενο σκάφος το οποίο δεν διαθέτει κινητήρα ※ Οι αρμόδιοι υπάλληλοι που είχαν υπηρεσία στην τοπική Υ.Π.Α., ειδοποίησαν αμέσως τις αρμόδιες αρχές ότι το ανεμόπτερο πετούσε χωρίς να του έχει δοθεί η σχετική άδεια, διαταράσσοντας έτσι την εναέρια κυκλοφορία στο διεθνές αεροδρόμιο της Κέρκυρας. (Μάνος Τσαγκαράκης, Προβλήματα από την πτήση ανεμόπτ
Similar: ανεμοπλάνο
Thesaurus
noun
Similar: ανεμοπλάνο
In English
- glider aircraft
Talk about this word "ανεμόπτερο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ανεμόπτερο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF "ανεμόπτερο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανεμόπτερο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}