ميكوين

ανεμόσκαλα

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ανεμόσκαλα

  • a.neˈmo.ska.la

من أين أتت

ανεμόσκαλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνεμόσκαλα < αρχαία ελληνική ἄνεμος + (ελληνιστική κοινή). Συγχρονικά αναλύεται σε ανεμό- + σκάλα

اسم ανεμόσκαλα · ανεμόσκαλες · ανεμόσκαλας

  1. σκάλα φτιαγμένη από σκοινί, ξύλο ή άλλο υλικό, που μας βοηθάει να ανέβουμε κάπου, αλλά αιωρείται από την αιολική επενέργεια ※ Ο δροσερός αέρας, που χύθηκε μες στον κρυψώνα, ζωογόνησε μεμιάς τους άντρες. Και σιγά, φορτωμένος, κατέβηκε ο γέρος την ανεμόσκαλα, τους έφερε νερό και φαγί. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, κεφάλαιο ΚΓ, 1937)

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ανεμόσκαλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεμόσκαλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1

Chicago

"ανεμόσκαλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεμόσκαλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}