ミクウィン

ανεξερεύνητος

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

ανεξερεύνητος

  • a.ne.kseˈɾev.ni.tos

由来

ανεξερεύνητος < αρχαία ελληνική ἀνεξερεύνητος < ἀ(ν)- στερητικό + ἐξερευνάω, -ῶ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

形容詞 ανεξερεύνητος · ανεξερεύνητη · ανεξερεύνητο · ανεξερεύνητου · ανεξερεύνητης

  1. που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθεί ※ Παρέμεινε ανεξερεύνητο το ζήτημα της τύχης του. (Βασίλης Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, 2006)
  2. που δεν μπορεί να ερμηνευτεί, να καταστεί γνωστός, μέσα από έρευνα, ανεξιχνίαστος

類語: αδιερεύνητος · 反対語: εξερευνημένος, διερευνημένος, εξιχνιασμένος

類義語・対義語

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"ανεξερεύνητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεξερεύνητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανεξερεύνητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεξερεύνητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}