ανεπίσημος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανεπίσημος

Where it comes from

ανεπίσημος < αν- (στερητικό α-) + επίσημος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unofficial

adjective ανεπίσημος · ανεπίσημη · ανεπίσημο · ανεπίσημου · ανεπίσημης

  1. ο μη επίσημος, ο καθημερινός, ο συνήθης (για ρούχο, ενδυμασία)
  2. ο άτυπος, αυτός που σίγουρα έχει κύρος και επισημότητα επί της ουσίας, τυπικά, όμως, χαρακτηρίζεται ως ανεπίσημος, επειδή δε θα γίνουν οι ανακοινώσεις που συνήθως γίνονται σε επίσημες επισκέψεις, αλλά και επειδή δε θα ληφθούν (ή δε θα ανακοινωθούν) οριστικές αποφάσεις για κάτι η επίσκεψη του Γιούνγκερ ανακοινώθηκε ως ανεπίσημη
  3. ο μη κοινοποιήσιμος, αυτός που λέγεται πληροφοριακά, αλλά όχι για να δημοσιευθεί ή να αποδοθεί ως φράση σε εκείνον που την είπε, παρότι την είπε, ο μη καταγραφόμενος (το "off the record")

Opposite: επίσημος

Thesaurus

adjective

Opposite: επίσημος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανεπίσημος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεπίσημος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανεπίσημος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεπίσημος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}