ανεπηρέαστος

Ελληνικά · Sinônimos e antônimos

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

ανεπηρέαστος

  • a.ne.piˈɾe.a.stos

De onde vem

ανεπηρέαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεπηρέαστος (άβλαβος) (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική unaffected)

adjetivo ανεπηρέαστος · ανεπηρέαστη · ανεπηρέαστο · ανεπηρέαστου · ανεπηρέαστης

  1. αντικειμενικός, δίκαιος που δεν δέχεται επιρροές από ομάδες συμφερόντων ή και που δεν αφήνει ούτε τα δικά του συναισθήματα να επηρεάσουν μια απόφασή του ή ενέργειά του η οποία πρέπει να οριστεί από αντικειμενικά κριτήρια ≈ συνώνυμα: αμερόληπτος
  2. που δεν επηρεάστηκε από κάτι συγκεκριμένο, από κάτι που συνήθως έχει αντίκτυπο, που έμεινε απαθής ως προς αυτό ή που δεν το άφησε να επιδράσει Η χειρουργική του ικανότητα έμεινε ανεπηρέαστη από το τροχαίο που είχε, επανήλθε στην κλινική σαν να μην συνέβη τίποτα

Contrário: επηρεασμένος

Sinônimos e antônimos

adjetivo

Contrário: επηρεασμένος

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"ανεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανεπηρέαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεπηρέαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}