ανεπηρέαστος
Ελληνικά · Sinônimos e antônimos
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
ανεπηρέαστος
- a.ne.piˈɾe.a.stos
De onde vem
ανεπηρέαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεπηρέαστος (άβλαβος) (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική unaffected)
adjetivo ανεπηρέαστος · ανεπηρέαστη · ανεπηρέαστο · ανεπηρέαστου · ανεπηρέαστης
- αντικειμενικός, δίκαιος που δεν δέχεται επιρροές από ομάδες συμφερόντων ή και που δεν αφήνει ούτε τα δικά του συναισθήματα να επηρεάσουν μια απόφασή του ή ενέργειά του η οποία πρέπει να οριστεί από αντικειμενικά κριτήρια ≈ συνώνυμα: αμερόληπτος
- που δεν επηρεάστηκε από κάτι συγκεκριμένο, από κάτι που συνήθως έχει αντίκτυπο, που έμεινε απαθής ως προς αυτό ή που δεν το άφησε να επιδράσει Η χειρουργική του ικανότητα έμεινε ανεπηρέαστη από το τροχαίο που είχε, επανήλθε στην κλινική σαν να μην συνέβη τίποτα
Contrário: επηρεασμένος
Sinônimos e antônimos
adjetivo
Contrário: επηρεασμένος
Conversar sobre esta palavra "ανεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανεπηρέαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "ανεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {ανεπηρέαστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}