מיקווין

ανεπιθύμητος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ανεπιθύμητος

  • a.ne.piˈθi.mi.tos

מאיפה זה בא

ανεπιθύμητος < ελληνιστική κοινή ἀνεπιθύμητος (Μορφολογικά: αν- στερητικό + επιθυμητός)

שם תואר ανεπιθύμητος · ανεπιθύμητη · ανεπιθύμητο · ανεπιθύμητου · ανεπιθύμητης

  1. αυτός που δεν είναι ευπρόσδεκτος, επιθυμητός από άλλους ανθρώπους
  2. διπλωματία, συνήθως για αλλοδαπό πρόσωπο του οποίου η παραμονή σε μια χώρα δεν είναι ανεκτή αυτός ο υπάλληλος της πρεσβείας είναι πλέον ανεπιθύμητο πρόσωπο

    דומה: persona non grata

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ανεπιθύμητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

ανεπιθύμητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανεπιθύμητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανεπιθύμητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%8D%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}