ανεργία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανεργία
- a.neɾˈʝi.a
Where it comes from
ανεργία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεργία (έλλειψη δραστηριότητας), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Arbeitslosigkeit → δείτε αν- (α- στερητικό) + ἔργον
noun ανεργία · ανεργίες · ανεργίας
- η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί, αλλά δε βρίσκει δουλειά επίδομα ανεργίας
- η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας ※ Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης,
In English
- unemployment joblessness
Talk about this word "ανεργία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανεργία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "ανεργία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανεργία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}