ミクウィン

ανησυχητικός

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

ανησυχητικός

由来

ανησυχητικός < → λείπει η ετυμολογία

形容詞 ανησυχητικός · ανησυχητική · ανησυχητικό · ανησυχητικού · ανησυχητικής

  1. που προκαλεί ανησυχία, (συχνά-κυρίως-συνήθως ελαφρύ) φόβο για κατάληξη ή αποτέλεσμα ※ Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"ανησυχητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανησυχητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανησυχητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανησυχητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}