ανθίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανθίζω

  • anˈθi.zo

Where it comes from

ανθίζω < Κατά τον Πετρούνια, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνθίζω (στρώνω με λουλούδια) μέσω του μεσαιωνικού ἀθίζω και με λόγια επίδραση ⟨νθ⟩ κατα το αρχαίο ρήμα < ἄνθ(ος) + -ίζω. Δείτε και ανθός, ἀθός, ἀνθός

: Κατά τον Ανδριώτη και τον Μπαμπινιώτη, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνθίζω

verb ανθίζω · άνθιζα · ανθίσω · άνθισα · ανθισμένος

  1. για φυτά βγάζω άνθη «Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος», τίτλος μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη.
  2. figuratively, μεταφορικά ομορφαίνω, αναπτύσσομαι, ακμάζω, φτάνω στην καλύτερη εποχή μου Στα Κυκλαδονήσια άνθισε κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ιδιαίτερος και πρωτότυπος πολιτισμός.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανθίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανθίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ανθίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανθίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}