मिकविन

ανθεκτικός

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ανθεκτικός

यह कहाँ से आया

ανθεκτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνθεκτικός

विशेषण ανθεκτικός · ανθεκτική · ανθεκτικό · ανθεκτικού · ανθεκτικής

  1. που έχει μεγάλη αντοχή, που δεν φθείρεται εύκολα ή που δεν παθαίνει εύκολα ζημιές
  2. ιατρική, για νόσο που δεν αντιδρά θετικά σε εμβόλιο ή θεραπεία

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ανθεκτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ανθεκτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανθεκτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανθεκτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}