ανθρωπάκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανθρωπάκι
- an.θɾoˈpa.ci
Where it comes from
ανθρωπάκι < άνθρωπ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
noun ανθρωπάκι · ανθρωπάκια
- το μωρό
- μικρόσωμος άνθρωπος
- ασήμαντος ή τιποτένιος άνθρωπος ※ ανθρωπάκι θα είστε μετά απ' αυτό, όχι ανακριτής! Ποτέ δεν τόλμησα να σας βρίσω, αλλά τώρα εσείς μ'αναγκάζετε ! Ένα άβουλο ανθρωπάκι, ένας γελοίος ! (Άντον Τσέχοφ, Ο απρόβλεπτος κύριος Τσέχοφ: Σαράντα δύο διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- άκακος και αγαθός άνθρωπος, που δεν πειράζει ※ Το καλό φιλήσυχο ανθρωπάκι ήταν κολέκτορας του Πατατάκου ! (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Talk about this word "ανθρωπάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ανθρωπάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "ανθρωπάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανθρωπάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}