ανθρωπιστής

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ανθρωπιστής

Откуда оно

ανθρωπιστής < ἀνθρωπιστής < αρχαία ελληνική ἀνθρωπίζω

существительное ανθρωπιστής · ανθρωπιστές · ανθρωπιστή · ανθρωπιστών

  1. ο φιλάνθρωπος, αυτός που ενδιαφέρεται και συναισθηματικά, θεωρητικά, αλλά και έμπρακτα για τους άλλους, αυτός που βοηθά όσους έχουν ανάγκη
  2. ο ουμανιστής, εκείνος που κατα την Αναγέννηση είχε ιδιαίτερη ακαδημαϊκή παιδεία και ειδικότερα γνώριζε τον αρχαιοελληνικό και λατινικό πολιτισμό,, ο ασχολούμενος με τις κλασσικές σπουδές

По-английски

  • humanist person who believes in the philosophy of humanism

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ανθρωπιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανθρωπιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"ανθρωπιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανθρωπιστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}