ανιλίνη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανιλίνη

  • a.niˈli.ni

Where it comes from

ανιλίνη < (λόγιο δάνειο) γαλλική aniline < γερμανική Anilin < πορτογαλική anil (λουλακί) + -in (-ίνη) < αραβική نيل (nīl) < περσική نیل (nīl, λουλακί) < σανσκριτική नीला (βαθύ μπλε)

noun ανιλίνη · ανιλίνες · ανιλίνης · ανιλινών

  1. χημική ένωση οργανική ένωση (C6H5NH2 ή PhNH2) που αποτελείται από μια φαινυλομάδα που είναι ενωμένη με μια αμινομάδα και χρησιμοποιείται κυρίως στην παρασκευή χρωμάτων ※ Σήμερα, η παγκόσμια παραγωγή ανιλίνης φθάνει τα πέντε εκατομμύρια τόνους και εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 6,2 εκατομμύρια το 2015 με κύρια χώρα παραγωγής την Κίνα (περίπου το 30% της παγκόσμιας παραγωγής). Το κόστος της κυμαίνεται από 0,6 έως 1,4 ευρώ/kg ανάλογα με την καθαρότητα και την προέλευσή τ

Similar: αμινοβενζόλιο, βενζεναμίνη, φαινυλαμίνη

Thesaurus

In English

  • aniline the simplest aromatic amine

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανιλίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανιλίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7

Chicago

"ανιλίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανιλίνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}