ανοιχτός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανοιχτός
Where it comes from
ανοιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνοιχτός < ελληνιστική κοινή ἀνοικτός, με τροπή του [kt] σε [xt] < αρχαία ελληνική ἀνοίγω, ἀνοικ- + κατάληξη ρηματικού επιθέτου
adjective ανοιχτός · ανοιχτή · ανοιχτό · ανοιχτού · ανοιχτής
- που έχει ανοίξει
- που έχει μετακινηθεί ώστε να επιτρέπει τη διέλευση ανοιχτή πόρτα, ανοιχτό παράθυρο
- που επιτελούν τη λειτουργία τους ανοιχτά μάτια (με τα βλέφαρα ανεβασμένα)
- που είναι φιλόξενος ανοιχτό σπίτι
- στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος ή η διέλευση ανοιχτό κανάλι, ανοιχτός δρόμος
- που δεν είναι σκεπασμένος, που δεν περιέχει οικοδομήματα ή άλλα προσκόμματα
- που επιτρέπεται να εξελιχθεί προς πολλές κατευθύνσεις όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά
- που διεξάγεται δημόσια Σας καλούμε σε ανοιχτή συζήτηση.
- που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν ανοικτή περίθαλψη, ανοιχτή περίθαλψη
- που λειτουργεί και δέχεται κοινό Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά τα απογεύματα της Πέμπτης.
- σε λειτουργία το φως είναι ανοιχτό, η βρύση είναι ανοιχτή, ο υπολογιστής είναι ανοιχτός
- που δεν είναι σκεπασμένος με κάποιο πώμα, βούλωμα ανοιχτό κουτί, μπουκάλι
- που αιμορραγεί (και μεταφορικά) ανοιχτό τραύμα, ανοιχτή πληγή
- απλωμένος, που είναι ξεδιπλωμένος ανοιχτή βεντάλια
- & ανοιχτο-
- που δηλώνει εύρος ανοιχτή στροφή
- που έχουν περάσει τα περιεχόμενά του στην κύρια μνήμη και απεικονίζονται στην οθόνη ή άλλη συσκευή εξόδου Υπάρχει ήδη ένα αρχείο ανοιχτό με το ίδιο όνομα.
- που ο καθένας μπορεί να τον εξετάσει και τροποποιήσει ελεύθερα ανοιχτός κώδικας
- που επιτρέπει σε δύο συμβαλλόμενα μέρη να τακτοποιούν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες ανοιχτός λογαριασμός
Similar: ανοιγμένος
Thesaurus
adjective
Similar: ανοιγμένος
In English
Talk about this word "ανοιχτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανοιχτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82 "ανοιχτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανοιχτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}