ανοιχτός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανοιχτός

Where it comes from

ανοιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνοιχτός < ελληνιστική κοινή ἀνοικτός, με τροπή του [kt] σε [xt] < αρχαία ελληνική ἀνοίγω, ἀνοικ- + κατάληξη ρηματικού επιθέτου

adjective ανοιχτός · ανοιχτή · ανοιχτό · ανοιχτού · ανοιχτής

  1. που έχει ανοίξει
  2. που έχει μετακινηθεί ώστε να επιτρέπει τη διέλευση ανοιχτή πόρτα, ανοιχτό παράθυρο
  3. για αισθητήρια όργανα που επιτελούν τη λειτουργία τους ανοιχτά μάτια (με τα βλέφαρα ανεβασμένα)
  4. figuratively, μεταφορικά που είναι φιλόξενος ανοιχτό σπίτι
  5. για χώρο στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος ή η διέλευση ανοιχτό κανάλι, ανοιχτός δρόμος
  6. για χώρο που δεν είναι σκεπασμένος, που δεν περιέχει οικοδομήματα ή άλλα προσκόμματα
  7. που επιτρέπεται να εξελιχθεί προς πολλές κατευθύνσεις όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά
  8. που διεξάγεται δημόσια Σας καλούμε σε ανοιχτή συζήτηση.
  9. που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν ανοικτή περίθαλψη, ανοιχτή περίθαλψη
  10. που λειτουργεί και δέχεται κοινό Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά τα απογεύματα της Πέμπτης.
  11. σε λειτουργία το φως είναι ανοιχτό, η βρύση είναι ανοιχτή, ο υπολογιστής είναι ανοιχτός
  12. που δεν είναι σκεπασμένος με κάποιο πώμα, βούλωμα ανοιχτό κουτί, μπουκάλι
  13. που αιμορραγεί (και μεταφορικά) ανοιχτό τραύμα, ανοιχτή πληγή
  14. απλωμένος, που είναι ξεδιπλωμένος ανοιχτή βεντάλια
  15. για χρώμα & ανοιχτο-
  16. που δηλώνει εύρος ανοιχτή στροφή
  17. πληροφορική που έχουν περάσει τα περιεχόμενά του στην κύρια μνήμη και απεικονίζονται στην οθόνη ή άλλη συσκευή εξόδου Υπάρχει ήδη ένα αρχείο ανοιχτό με το ίδιο όνομα.
  18. πληροφορική που ο καθένας μπορεί να τον εξετάσει και τροποποιήσει ελεύθερα ανοιχτός κώδικας
  19. οικονομία που επιτρέπει σε δύο συμβαλλόμενα μέρη να τακτοποιούν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες ανοιχτός λογαριασμός

Similar: ανοιγμένος

Thesaurus

adjective

Similar: ανοιγμένος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανοιχτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανοιχτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανοιχτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανοιχτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}