ανοϊκός

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

ανοϊκός

De onde vem

ανοϊκός < άνο(ια) + -ικός αρχαία ελληνική ἄνοια και ἀνοίη < ἄνοος και ἄνους < ἀ στερητικό + νοῦς

adjetivo ανοϊκός · ανοϊκή · ανοϊκό · ανοϊκού · ανοϊκής

  1. ασθενής που χάνει λόγω γήρατος ή άλλης παθολογίας την επαφή με την πραγματικότητα και αδυνατεί να ερμηνεύσει τα ερεθίσματα που δέχεται ή να εκφράσει όσα αισθάνεται ο ίδιος ο ανοϊκός άνθρωπος μπορεί να πάσχει είτε από γεροντική είτε από προγεροντική άνοια
  2. figuratively, formal, μεταφορικά, λόγιο ο χαζός, ο άνους (συνηθέστερα για έργο ή εκδήλωση)

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"ανοϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανοϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανοϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανοϊκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}