αντάλλαγμα

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

αντάλλαγμα

De dónde viene

αντάλλαγμα < αρχαία ελληνική ἀντάλλαγμα < ἀνταλλάσσω < ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂élyos

sustantivo αντάλλαγμα · ανταλλάγματα · ανταλλάγματος · ανταλλαγμάτων

  1. αυτό που παίρνει κάποιος στη θέση κάποιου άλλου (συνήθως ίσης αξίας) που δίνει ή το αντίθετο ※ Με τη σκούπα και το σφουγγαρόπανο ξεπλήρωνε αυτή τη βοήθεια, σαν ψυχοκόρη την είχαν, μπορεί οι ψυχοκόρες να ήταν συνήθως ανύπαντρα κορίτσια από το χωριό, που έβρισκαν ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ στα καλά σπίτια, τα είπαμε τα ανταλλάγματα, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί και δεν έμενε στο νουν

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"αντάλλαγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αντάλλαγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αντάλλαγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντάλλαγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}