αντάπτορας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντάπτορας
- aˈda.pto.ɾas
Where it comes from
αντάπτορας < (λόγιο δάνειο) αγγλική adaptor + -ας
noun αντάπτορας · αντάπτορες · αντάπτορα · ανταπτόρων
- εξάρτημα που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο για να προσαρμοστούν δύο άλλα εξαρτήματα μεταξύ τους
- ηλεκτρικό εξάρτημα που χρησιμεύει σε όσους έχουν ηλεκτρικές συσκευές με βύσματα συμβατά με πρίζες ενός συστήματος, για να μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν με πρίζες άλλου συστήματος (άλλης χώρας) ※ Θα χρειαστείτε οπωσδήποτε έναν αντάπτορα ρεύματος, για να μπορέσετε να προσαρμόσετε τα βύσματα των φορτιστών σας, στις αγγλικές πρίζες. (Λονδίνο: το «κέντρο» της Ευρώπης, screenmagazine.gr, ανάκτηση 18/12/2021)
Similar: μετατροπέας, προσαρμογέας
Thesaurus
noun
Similar: μετατροπέας, προσαρμογέας
Talk about this word "αντάπτορας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αντάπτορας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82 "αντάπτορας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντάπτορας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}