αντέγγραφο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντέγγραφο

Where it comes from

αντέγγραφο < αντι- + έγγραφο

noun αντέγγραφο · αντέγγραφα · αντέγγραφου · αντεγγράφου · αντέγγραφων · αντεγγράφων

  1. νομικός όρος έγγραφο με το οποίο ακυρώνεται ή ανατρέπεται η αποδεικτική ισχύς άλλου εγγράφου Με το νέο φορολογικό καθεστώς νομική και φορολογική ισχύ αποκτούν τα λεγόμενα «αντέγγραφα», δηλαδή στοιχεία όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.λπ. τα οποία συνήθως κατάσχουν οι φοροελεγκτές και από τα οποία προκύπτουν ακριβή στοιχεία για οικονομικές συναλλαγές που δηλώθηκαν ανακριβώς στην Εφορία, όπως
  2. ανταπάντηση, αντεπιστολή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντέγγραφο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντέγγραφο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF

Chicago

"αντέγγραφο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντέγγραφο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}