αντέγγραφο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντέγγραφο
Where it comes from
αντέγγραφο < αντι- + έγγραφο
noun αντέγγραφο · αντέγγραφα · αντέγγραφου · αντεγγράφου · αντέγγραφων · αντεγγράφων
- έγγραφο με το οποίο ακυρώνεται ή ανατρέπεται η αποδεικτική ισχύς άλλου εγγράφου Με το νέο φορολογικό καθεστώς νομική και φορολογική ισχύ αποκτούν τα λεγόμενα «αντέγγραφα», δηλαδή στοιχεία όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.λπ. τα οποία συνήθως κατάσχουν οι φοροελεγκτές και από τα οποία προκύπτουν ακριβή στοιχεία για οικονομικές συναλλαγές που δηλώθηκαν ανακριβώς στην Εφορία, όπως
- ανταπάντηση, αντεπιστολή
In English
- defeasance annulment
Talk about this word "αντέγγραφο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αντέγγραφο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF "αντέγγραφο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντέγγραφο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}