αντίδραση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντίδραση
- anˈdi.ðɾa.si
Where it comes from
αντίδραση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιδράω / ἀντιδρῶ < ἀντί + δράω / δρῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *derǝ- / drā- (δρω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réaction)
noun αντίδραση · αντιδράσεις · αντίδρασης · αντιδράσεων
-
ενέργεια που αντιτίθεται σε άλλη (και την εξουδετερώνει)
Similar: αντενέργεια, αντίθεση, αντίσταση
-
εχθρική στάση στην (πολιτική και κοινωνική) πρόοδο
Similar: αντιδραστικότητα, συντηρητικότητα, συντηρητισμός · Opposite: προοδευτικότητα, φιλελευθερισμός
- αντίρροπη δύναμη ίσης έντασης
- διάσπαση του πυρήνα ραδιενεργού ατόμου
- αμφίδρομη επίδραση ενός χημικού στοιχείου σε άλλο (και δημιουργία χημικής ένωσης)
- εξέταση με χρήση αντιδραστηρίων
In English
Talk about this word "αντίδραση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αντίδραση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7 "αντίδραση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντίδραση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}