αντίληψη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντίληψη
- anˈdi.li.psi
Where it comes from
αντίληψη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω
noun αντίληψη · αντιλήψεις · αντίληψης · αντιλήψεων
- το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις) ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
-
η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
Similar: αντιληπτικότητα
- η γνώμη ※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psy
- η βοήθεια, η προστασία, η πρόνοια
- αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία
In English
- perception conscious understanding of something
- grasp understanding
- notion mental apprehension of whatever may be known or imagined; an idea; a conception
- cognizance awareness
Talk about this word "αντίληψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αντίληψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7 "αντίληψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντίληψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}