ανταλλάσσω
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
ανταλλάσσω
De unde vine
ανταλλάσσω < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω < ἀντί + ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂élyos (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική échanger)
verb ανταλλάσσω · ανταλλάσσομαι · αντάλλασσα · θα ανταλλάσσω · να ανταλλάσσω
- παίρνω κάτι από κάποιον άλλον και του δίνω ως αντάλλαγμα κάτι (συνήθως ίσης αξίας ή ομοειδές) ※ Την ίδια ημερομηνία ο νέος τραπεζικός εκδοτικός οργανισμός, η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργοποιήθηκε και η υποχρέωση με την οποία έχει επιφορτιστεί, σύμφωνα με το καταστατικό του, να ανταλλάξει τα χαρτονομίσματά του με ξένο συνάλλαγμα σε χρυσό, άρχισε να ... (Βίκα Δ. Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμ
În engleză
Discută despre acest cuvânt "ανταλλάσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ανταλλάσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89 "ανταλλάσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {ανταλλάσσω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}