ανταλλαγή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανταλλαγή
- an.da.laˈʝi
Where it comes from
ανταλλαγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταλλαγή < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική échange). Μορφολογικά αναλύεται σε αντ- + αλλαγή.
noun ανταλλαγή · ανταλλαγές · ανταλλαγής · ανταλλαγών
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω
- η ανταλλαγή περιεχομένων μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας μνήμης (πχ. σκληρός δίσκος). Όταν εκτελούνται πολλά προγράμματα μαζί και δεν επαρκεί η κύρια μνήμη, τμήματα αυτής αποθηκεύονται προσωρινά στη δευτερεύουσα, αναστέλλοντας την εκτέλεση κάποιων προγραμμάτων.
- η ανταλλαγή των περιεχόμενων τιμών μεταξύ δύο μεταβλητών
In English
Talk about this word "ανταλλαγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. ανταλλαγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE "ανταλλαγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανταλλαγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}