ميكوين

αντανακλαστικός

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αντανακλαστικός

من أين أتت

αντανακλαστικός < αντανάκλαση + -τικός (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réflecteur. 2,3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réflexe)

صفة αντανακλαστικός · αντανακλαστική · αντανακλαστικό · αντανακλαστικού · αντανακλαστικής

  1. που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση
  2. ψυχολογία που συμβαίνει ή ενεργείται ακούσια και ασυνείδητα
  3. ουσιαστικοποιημένο αντανακλαστικά

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αντανακλαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντανακλαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αντανακλαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντανακλαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}