αντανακλώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντανακλώ

Where it comes from

αντανακλώ < αντί και ανακλώ

verb αντανακλώ · αντανακλώμαι

  1. ανακλώ (ακτίνες, κύματα φωτός, ήχου κ.λπ.), καθρεφτίζω Το γαλήνιο νερό αντανακλά σαν καθρέφτης το πρόσωπό σου
  2. εκτρέπομαι σαν διαδρομή, αλλάζω διεύθυνση, μεταφέρομαι αλλού Ο πόνος του τραπεζίτη μπορεί να αντανακλά σε άλλο δόντι
  3. απηχώ, ανακλώ, εκφράζω με έμμεσο τρόπο Οι απόψεις μου είναι προσωπικές, δεν εκφράζουν το κόμμα, αντανακλούν όμως την κοινωνική πραγματικότητα
  4. figuratively, μεταφορικά έχω συνέπειες και σε άλλους (π.χ. κάτι παράνομο που κάνω εγώ προσπίπτει στην κοινωνία και σαν δέσμη ακτίνων αντανακλάται πίσω σε εμένα αλλά και σε όλη μου την οικογένεια, τους φίλους μου κ.λπ.) Οι απόψεις που εκφράζεις τελευταία αντανακλώνται και στο κόμμα μας -ή παραιτήσου από βουλευτής μας ή πρόσεχε τις δημόσιες δηλώσεις σου

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντανακλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντανακλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8E

Chicago

"αντανακλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντανακλώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}