ανταρκτική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Ανταρκτική¹
- an.daɾ.ktiˈci
Where it comes from
Ανταρκτική < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική Antarctica (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ἀνταρκτικός < ἀντί (αντ-) + ἀρκτικός < ἄρκτος (αρκούδα)
proper noun Ανταρκτική · Ανταρκτικές · Ανταρκτικής · Ανταρκτικών
- ήπειρος της γης στο νότιο ημισφαίριο· στο έδαφός της βρίσκεται ο νότιος πόλος ※ Ανατροπή στην αντίληψη του δυτικού πολιτισμού ότι την Ανταρκτική ανακάλυψαν πρώτοι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί τον 19ο αιώνα φέρνει νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στη Νέα Ζηλανδία και αποκαλύπτει ότι οι Πολυνήσιοι αυτόχθονες Μαορί είχαν ανακαλύψει την ήπειρο του Νοτίου Πόλου 14 ολόκληρους αιώνες πριν τι
ανταρκτική²
adjective ανταρκτική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταρκτικός
In English
- Antarctica southernmost continent
Talk about this word "ανταρκτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. ανταρκτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "ανταρκτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανταρκτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}