αντιγράφω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντιγράφω

  • a(n).diˈɣɾa.fo

Sounds like αντίγραφο

Where it comes from

αντιγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιγράφω (απαντάω γραπτά σε γραπτό άλλου) (ελληνιστικήἀντιγράφομαι: κάνω επίσημο αντίγραφο), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική copier Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + γράφω

verb αντιγράφω · αντέγραψα · αντιγράφομαι · αντιγράφτηκα · αντιγραμμένος

  1. δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο
  2. especially, ειδικότερα, για γραπτές εξετάσεις γράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι
  3. figuratively, μεταφορικά μιμούμαι κάποιον ή κάτι

In English

  • copy produce something identical

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντιγράφω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντιγράφω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89

Chicago

"αντιγράφω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντιγράφω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}