αντιδρώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντιδρώ
- an.diˈðɾo
Where it comes from
αντιδρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιδρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιδράω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réagir. Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + δρω
verb αντιδρώ · αντιδρούσα · αντέδρασα
-
τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου
※ Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένα
Similar: αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
- συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά σε κάποιο ερέθισμα δεν ανησυχώ για το πώς θα αντιδράσει: είναι σίγουρο ότι θα χαρεί
- συμμετέχω σε μια χημική αντίδραση
- ανταποκρίνομαι σε κάποιο ερέθισμα έχει εθιστεί στα παυσίπονα και ο οργανισμός του πια δεν αντιδρά
In English
- counteract to act in opposition to
- react to return an impulse or impression
Talk about this word "αντιδρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B4%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αντιδρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B4%CF%81%CF%8E "αντιδρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B4%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντιδρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B4%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}