αντιεμβολιαστής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντιεμβολιαστής

  • an.di.eɱ.vo.li.aˈstis

Where it comes from

αντιεμβολιαστής < αντι- + (εμβολιάζω) εμβολιασ- + -τής

noun αντιεμβολιαστής · αντιεμβολιαστές · αντιεμβολιαστή · αντιεμβολιαστών

  1. αυτός που τάσσεται εναντίον της χορήγησης εμβολίων ※ Ωστόσο, ό,τι κι αν λέει ο αντιεμβολιαστής της γειτονιάς σου, δεν είναι η πρώτη φορά που η ανακάλυψη ενός εμβολίου, αποδείχθηκε σωτήρια για την ανθρωπότητα, μιας και πολλές φορές στο παρελθόν οι επιστήμονες μάς βγάλανε ασπροπρόσωπους.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντιεμβολιαστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντιεμβολιαστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"αντιεμβολιαστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντιεμβολιαστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}