מיקווין

αντικαπνιστικός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αντικαπνιστικός

  • an.di.ka.pni.stiˈkos

מאיפה זה בא

αντικαπνιστικός (νεολογισμός) < αντι- + καπνιστικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antismoking)

שם תואר αντικαπνιστικός · αντικαπνιστική · αντικαπνιστικό · αντικαπνιστικού · αντικαπνιστικής

  1. που είναι αντίθετος με το κάπνισμα
  2. που συμβάλλει στη διακοπή ή στον περιορισμό του καπνίσματος αντικαπνιστικός νόμος

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αντικαπνιστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντικαπνιστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αντικαπνιστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντικαπνιστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}