αντικείμενο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντικείμενο

  • an.diˈci.me.no

Where it comes from

αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κείμενο

noun αντικείμενο · αντικείμενα · αντικειμένου · αντικείμενου · αντικειμένων

  1. καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, καθετί που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
  2. γραμματική μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
  3. φυσική το σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου
  4. πληροφορική object: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμματος (πχ. δομή δεδομένων, συνάρτηση, κλάση, αντικείμενο κλάσης, κλπ.)
  5. αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός τύπος δεδομένων που περιέχει ταυτόχρονα δεδομένα (ιδιότητες) και υποπρογράμματα (μέθοδοι) και δημιουργείται από το πρότυπο μιας κλάσης με την εκτέλεση του κώδικα της μεθόδου κατασκευής

    Similar: στιγμιότυπο κλάσης

  6. Ορολογία καθετί αντιληπτό με τις αισθήσεις ή συλληπτό με τον νου κάποια στιγμή

In English

  • subject particular area of study
  • objective material object
  • object 4. person or thing to which an emotion is directed

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντικείμενο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντικείμενο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF

Chicago

"αντικείμενο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντικείμενο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}