αντικείμενο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντικείμενο
- an.diˈci.me.no
Where it comes from
αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κείμενο
noun αντικείμενο · αντικείμενα · αντικειμένου · αντικείμενου · αντικειμένων
- καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, καθετί που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
- μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
- το σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου
- object: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμματος (πχ. δομή δεδομένων, συνάρτηση, κλάση, αντικείμενο κλάσης, κλπ.)
-
τύπος δεδομένων που περιέχει ταυτόχρονα δεδομένα (ιδιότητες) και υποπρογράμματα (μέθοδοι) και δημιουργείται από το πρότυπο μιας κλάσης με την εκτέλεση του κώδικα της μεθόδου κατασκευής
Similar: στιγμιότυπο κλάσης
- καθετί αντιληπτό με τις αισθήσεις ή συλληπτό με τον νου κάποια στιγμή
In English
Talk about this word "αντικείμενο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αντικείμενο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF "αντικείμενο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντικείμενο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}