αντιπηκτικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντιπηκτικό
Where it comes from
αντιπηκτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αντιπηκτικός. Εννοείται η λέξη φάρμακο.
noun αντιπηκτικό · αντιπηκτικά · αντιπηκτικού · αντιπηκτικών
-
ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που αποτρέπει την παθολογική πήξη του αίματος ή τη δημιουργία θρόμβων
Similar: αντιθρομβωτικό
adjective αντιπηκτικό · αντιπηκτικά · αντιπηκτικού · αντιπηκτικών
- αιτιατική ενικού του αντιπηκτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντιπηκτικός
In English
- anticoagulant substance
Talk about this word "αντιπηκτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αντιπηκτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αντιπηκτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντιπηκτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}