αντιστασιακός
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
αντιστασιακός
- an.di.sta.si.aˈkos
어원
αντιστασιακός < αντίσταση < ἀντίστασι(ς) + -ακός
형용사 αντιστασιακός · αντιστασιακή · αντιστασιακό
- που έχει σχέση με την αντίσταση απέναντι σε κάποια εξουσία οργανωμένης μορφής
명사 αντιστασιακός · αντιστασιακή · αντιστασιακοί · αντιστασιακού · αντιστασιακών
- που παίρνει μέρος ή είχε πάρει μέρος στην αντίσταση της χώρας του
영어로
- resistor one who resists
이 단어에 대해 이야기하기 "αντιστασιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αντιστασιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αντιστασιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {αντιστασιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}