מיקווין

αντισυλληπτικός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αντισυλληπτικός

  • an.di.si.li.ptiˈkos

מאיפה זה בא

αντισυλληπτικός < αντισύλληψη + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική contraceptive )

שם תואר αντισυλληπτικός · αντισυλληπτική · αντισυλληπτικό · αντισυλληπτικού · αντισυλληπτικής

  1. που αντιτίθεται και προλαμβάνει την σύλληψη και την εγκυμοσύνη
  2. ουσιαστικοποιημένο αντισυλληπτικό

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αντισυλληπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντισυλληπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αντισυλληπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντισυλληπτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}