αντοχή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντοχή

  • an.doˈçi

Where it comes from

αντοχή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντέχω < ἀντί + ἔχω

noun αντοχή · αντοχές · αντοχής · αντοχών

  1. το σθένος αντιμετώπισης αντίξοων καταστάσεων, και αντίστασης στη φθορά ※ Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)

    Similar: ανθεκτικότητα

  2. η υπομονή, η καρτερία
  3. φυσική η αντίσταση ενός σώματος στις αντίθετες δυνάμεις και η τάση διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασής του

In English

  • stamina power of sustained exertion
  • endurance the measure of a person's stamina or persistence

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"αντοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντοχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}